Home / Ενημέρωση / Γιατί είναι τόσο «δυσεύρετος» ο καλός ήχος σε μια συναυλία; (Μέρος ΙΙ)

Γιατί είναι τόσο «δυσεύρετος» ο καλός ήχος σε μια συναυλία; (Μέρος ΙΙ)

Αναδημοσίευση άρθρου του Κώστα Πολύζου :

http://www.rocking.gr/articles/ixos-synaylia-2/29957

 

 

Με αφορμή τον κακό ήχο -σε βαθμό που θα μπορούσε να κινδυνεύσει η υγεία κάποιου- στην τελευταία συναυλία των Fates Warning στο Gagarin, σας είχαμε παρουσιάσει ένα άρθρο στο οποίο προσπάθησα να καταλάβω/εξηγήσω πού οφείλεται αυτό το φαινόμενο, που στη χώρα μας έχει πάρει μορφή επιδημίας και τείνει να καταστεί ο κανόνας, αντί η εξαίρεση.

Έχοντας ξεκινήσει με την παραδοχή πως δεν είμαι ο καθόλα αρμόδιος για μια εις βάθος τεχνική ανάλυση του θέματος «ήχος», προσπάθησα πατώντας σε κάποιες λογικές παραδοχές να ξετυλίξω το κουβάρι φτάνοντας στη ρίζα του προβλήματος, το οποίο προφανώς είναι σύνθετο καθώς σε μια συναυλία τον ήχο τον διαμορφώνουν πολλοί παράγοντες. Είχα καταλήξει πως οι βασικοί τρεις είναι το συγκρότημα, ο ηχολήπτης και ο χώρος. Άμεση εμπλοκή δεν έχει ο εκάστοτε διοργανωτής, αλλά εμμέσως παίζει και αυτός σημαντικό ρόλο και θα εξηγήσουμε πιο κάτω.

Η άποψη του επαγγελματία

Σε εκείνο το άρθρο, το οποίο να πω την αλήθεια, γράφτηκε «εν θερμώ», φάνηκε να πέφτει το βάρος στον ηχολήπτη, προσπερνώντας ίσως εν μέρει τη σημαντική ευθύνη της ίδιας της μπάντας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να επικοινωνήσει μαζί μου ο επί χρόνια ηχολήπτης των Planet Of Zeus, Αλέξανδρος Κετετζιάν (τον οποίο δεν γνωρίζω προσωπικά και τον ευχαριστώ), θέλοντας να δώσει μια περισσότερο επαγγελματική εξήγηση στο εν λόγω ζήτημα. Η άποψή του είναι πως το βάρος της ευθύνης πέφτει πρωτίστως στα συγκροτήματα και η αλήθεια είναι πως ο τρόπος που το θέτει το κάνει ξεκάθαρο, χρησιμοποιώντας και την πρόσφατη εμφάνιση των Fates Warning και τον πολύ δυνατό ήχο από τις κιθάρες που έβγαινε από το πατάρι ως παράδειγμα.

Μας λέει, λοιπόν, πως «ο πρώτος υπεύθυνος θα είναι πάντα η μπάντα και η θεοποίηση των αγαπημένων μας συγκροτημάτων είναι λανθασμένη. Η μουσική και ο ήχος φτιάχνεται από ανθρώπους για ανθρώπους, με όλα τα πάθη και σφάλματα που συμπεριλαμβάνονται σε αυτό. Μπορεί να έχουν πολλά χρόνια εμπειρίας οι Fates Warning, αλλά δεν σημαίνει τίποτα αυτό. Μπορεί και να βγήκε μεθυσμένος πάνω στη σκηνή και να τα έβαλε όλα στο 11, μπορεί να ήταν νευριασμένος και με κάποιον τεχνικό. Το να είσαι επαγγελματίας 24/7 είναι εξαιρετικά δύσκολο. Δεν ξέρω τις ακριβείς λεπτομέρειες *, άλλα επιμένω ότι η ευθύνη βαραίνει πρωτίστως του ίδιους. Ήρθαν χωρίς τεχνικούς σε μια χώρα που υπολείπεται και υποδομής και διάθεσης».

Στο πλαίσιο της συλλογικής ευθύνης που αναφέρθηκε και πιο πάνω, ο Αλέξανδρος βάζει στο κάδρο και τα venue και τους promoters, καθώς και τη νοοτροπία του οπαδού και συγκρίνοντας τους συναυλιακούς χώρους της χώρας μας με τους αντίστοιχους στο εξωτερικό, αλλά και βασιζόμενος σε δική του εμπειρία γράφει:

«Η συζήτηση για το θέμα είναι η αρχή σίγουρα, αλλά για άλλη μια φορά δεν θα γίνει τίποτα και θα ξεθυμάνει αν δεν βρεθούν οι αρχικοί υπεύθυνοι. Η Ελβετία που αναφέρθηκε στο thread [σ.σ.: αναφέρεται στο σχετικό νήμα του φόρουμ του Rocking.gr για εκείνη τη συναυλία]έχει φανταστική υποδομή σε μαγαζιά. Έχουν κρατικές επιδοτήσεις και ο εξοπλισμός σε ένα 300αρι μαγαζί είναι καλύτερος και πιο σωστά στημένος από τα περισσότερα μεγάλα μπουζουκομάγαζα. Παράλληλα, την εποχή που έγινε το live των Riverside στο Gagarin έτυχε να είμαι εγώ o resident ηχολήπτης και τους βοήθησα με πολλή όρεξη σε ό,τι ήθελαν, κυρίως να κατεβάσουν την κονσόλα κάτω (που έχει τεράστια σημασία), πηγαίνοντας «κόντρα» στις τακτικές του μαγαζιού. Χρειάζεται, λοιπόν, και υποδομή και διάθεση από όλους τους εμπλεκόμενους. Όταν λείπει η υποδομή, αντισταθμίζεται με διάθεση. Όταν λείπει η διάθεση, η υποδομή θα σιγουρέψει ότι το αποτέλεσμα θα είναι τουλάχιστον αξιοπρεπές. Η απουσία διάθεσης και υποδομής είναι η συνήθης πραγματικότητα της Ελλάδας.

Οι μεταλάδες είμαστε πολύ επιρρεπείς στο «διαίρει και βασίλευε», εξού και η παρακμή του ιδιώματος. Τρωγόμαστε τόσο μεταξύ μας, ενώ παράλληλα δεν επιτρέπουμε κανέναν εξωγενή παράγοντα να μας επηρεάσει. Άρα είναι εύκολο να φέρει ένας promoter τις μπάντες που ξέρει ότι θα κάνουν εισιτήρια χωρίς πολλή σκέψη, γνωρίζοντας ότι εμείς θα πηγαίνουμε πάντα να τις βλέπουμε. Αυτό πρέπει να αλλάξει πρώτα. Επιβάλλεται το να δούν τους ακροατές ως νοήμονα όντα με αισθητική και απαιτήσεις, και όχι ως «κεφάλια». Γιατί, πίστεψε με, έτσι ακριβώς το βλέπουν οι επαγγελματίες του χώρου τώρα.»

Θέλοντας, μάλιστα, να ενισχύσει το θεώρημά του περί διάθεσης, μας θυμίζει περιπτώσεις πού ενώ όλα προδιαθέτουν για κακό ήχο, τελικά το αποτέλεσμα είναι υπέρ του δέοντος ικανοποιητικό.

«Υπάρχουν εξαιρέσεις φυσικά σε όλα αυτά, οι οποίες επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Το ιστορικό An, γνωστό και ως «Μέγαρο Μουσικής Εξαρχείων», είναι διαβόητο για τον κακό του ήχο. Και όμως, ανά περιστάσεις έχει ακουστεί φοβερός ήχος εκεί. Αυτό, συνήθως, γίνεται γιατί μπάντα και ηχολήπτες κάνουν υπεράνθρωπες προσπάθειες για να φτιάξουν το τελικό αποτέλεσμα. Δεν μπορούμε να πούμε σε αυτήν την περίπτωση ότι φταίει ο ηχολήπτης του Αn για όλες τις υπόλοιπες φορές. Μιλάμε για στήσιμο από την προηγούμενη μέρα, ενοικίαση εξοπλισμού και αντικατάσταση όλου του συστήματος στο Αn, πολλές ώρες soundcheck κλπ. Οι χώροι αποκτούν φήμη για καλό ή κακό ήχο ανάλογα με τη συχνότητα που ακούς καλό ή κακό ήχο, το οποίο πάντα καταλήγει στην τεχνική υποδομή και την ακουστική του χώρου. Αν κάποιες φορές λύνεται η κατάρα και ακούμε καλό ήχο εκεί, είναι συνήθως προϊόν υπερπροσπάθειας από ηχολήπτη και μπάντα. Όταν, όμως, ένας χώρος είναι σωστά στημένος, είναι πιο εύκολο για ηχολήπτες και μπάντες να ακουστούν καλά ακόμα και με μικρή εμπειρία και γνώσεις. Ουσιαστικά ο χώρος δεν μπαίνει εμπόδιο στο αποτέλεσμα, αλλά βοηθάει κιόλας.»

Με τον Αλέξανδρο συζητήσαμε και άλλες πολλές τεχνικές λεπτομέρειες οι οποίες δεν υπάρχει λόγος να παρατεθούν αναλυτικά εδώ. Όταν, όμως, φτάσαμε στην ουσία του προβλήματος και έπρεπε να αναφερθούν οι βασικοί υπεύθυνοι μιας κακής ηχητικά βραδιάς ήταν ξεκάθαρος:

«Η σειρά προτεραιότητας έχει ως εξής, με κάποιες παραμέτρους να έχουν ισόποση βαρύτητα και μάλιστα μπορεί να χαντακώσουν άσχημα οποιαδήποτε προσπάθεια. Φαντάσου το σαν «οργανικά ποσοστά» όπου όταν το ένα δεν πληροί κάποιες προϋποθέσεις, το άλλο έχει μικρότερη σημασία.

Η μπάντα θα είναι πάντα ο πρώτος υπεύθυνος. Έχει τη δύναμη να βοηθήσει άλλα και να χαντακώσει τον ήχο της είτε με αδιαφορία, είτε με περικοπές, είτε με εγωισμούς, είτε φυσικά με την ποιότητα του παιξίματός της. Ο ήχος και το παίξιμο είναι φοβερά αλληλένδετα, περισσότερο από όσο πιστεύουν οι περισσότεροι που αρέσκονται στο να δακτυλοδεικτούν και να ψάχνουν κάποια μάγισσα για να κάψουν στην πυρά. Μια μπάντα που ενδιαφέρεται έχει αμέσως τον δικό της ηχολήπτη, στον οποίο περνάνε αυτές οι αρμοδιότητες. Αυτός με τη σειρά του θα διασφαλίσει τις λεπτομέρειες στον χώρο που θα παίξουν. Αν είναι ακατάλληλος ο χώρος πρέπει να γίνουν κινήσεις διόρθωσης και στην εσχάτη να μην παίξουν εκεί, προκείμενου το show να είναι αντάξιο αυτού που φαντάζεται μπάντα και ηχολήπτης. Οι καλοί ηχολήπτες είναι λίγοι, αλλά σίγουρα δεν πρόκειται μόνο για ελληνικό φαινόμενο.

Ο χώρος, δηλαδή η ακουστική του συμπεριφορά, και η τεχνική του υποδομή. Φοβέρα δύσκολο κεφάλαιο και με αρκετή δυναμική να χαντακώσει -όπως προείπα- τα πάντα. Θυμήσου τους Tool στο μεταλλικό υπόστεγο, τους AC/DC στις εξέδρες, τους Red Hot Chilli Peppers, τα παραδείγματα υπάρχουν. Δεν πιστεύω ότι ο foh ηχολήπτης [σ.σ.: front of house – ο ηχολήπτης που είναι υπεύθυνος για τη μίξη του ήχου που φτάνει στο κοινό] των AC/DC δεν είναι καλός και όμως κάποιοι παραπονέθηκαν σθεναρά. Δεν είναι τόσο απλό το θέμα, ο ήχος είναι αόρατος και αλλάζει ανάλογα με τη θέση.

Τέλος, οι άνθρωποι! Promoters, managers, venue owners, stage hands, όλοι προσπαθούν να αποκομίσουν τα μέγιστα από τη συναυλία και μπορεί να κάνουν περικοπές χαντακώνοντας για άλλη μια φόρα το έργο της μπάντας και του ηχολήπτη. Πολλές μπάντες είναι αυτόνομες σε πολλά πράγματα γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.»

 

Το ζουμί της υπόθεσης

Παραβρέθηκα τις προάλλες στο live των Blues Pills και ασχέτως του πόσο καλά πέρασε κάποιος, για τον ήχο ουδείς μπορούσε να παραπονεθεί. Οι άνθρωποι είναι επαγγελματίες, έφεραν τον δικό τους ηχολήπτη και εξοπλισμό και ο χώρος φαίνεται πως έχει δυναμική για καλά πράγματα, οπότε λαμβάνοντας τα όσα είπε ο Αλέξανδρος Κετετζιάν, είναι περίπτωση που όλα δούλεψαν ρολόι και είχαμε ένα ιδανικό αποτέλεσμα, από άποψη ποιότητας ήχου.

Γιατί, όμως, οι Blues Pills και όχι οι Fates Warning θα ρωτήσει κάποιος. Αρχικά η μπάντα είναι αυτή που οριοθετεί τα πάντα. Όταν κάποιος promoter την προσεγγίζει, ο tour manager είναι αυτός που θα στείλει τις απαιτήσεις του συγκροτήματος και θα βγάλει το κοστολόγιο. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, πως το όταν κάποιο show γίνεται χωρίς τον επαγγελματία ηχολήπτη της μπάντας, αυτό συμβαίνει για να βγει φτηνότερο το live, ένα φαινόμενο που συμβαίνει συνήθως στην περίπτωση των fly in shows. Αυτό, βέβαια, δηλώνει δύο πράγματα.

Αντιεπαγγελματισμό από τη μεριά του συγκροτήματος, καθώς δέχεται να παίξει κάπου χωρίς να εξασφαλίζεται τουλάχιστον -στο μέτρο το δυνατό- ο καλός ήχος, αρκεί που θα πάρουν τα χρήματα, και η λογική του promoter που παζαρεύει το κόστος προκειμένου να «βγει» η συναυλία, μεγιστοποιώντας το όποιο κέρδος ή μειώνοντας στο ελάχιστο την ενδεχόμενη χασούρα.

O ρόλος του διοργανωτή

Το γιατί κάποιος promoter είναι διατεθειμένος να παίξει κορώνα γράμματα την ποιότητα του live περικόπτοντας έξοδα είναι κάτι το οποίο χρίζει κουβέντας. Ο διοργανωτής έχει το πλεονέκτημα πως ξέρει το ποσό που πρέπει να μαζέψει για να μη χάσει χρήματα. Πρόκειται για μια εξίσωση με μόνο μία μεταβλητή, αυτή της προσέλευσης για την οποία κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος εκ των προτέρων. Ανάλογα, λοιπόν, με τις προβλέψεις του, μπορεί να πάρει ένα κομπιουτεράκι να πατήσει μερικά νούμερα (ενοίκιο, φόροι, αμοιβή συγκροτήματος, παρατρεχάμενοι) και να βγάλει την τιμή εισιτηρίου που θα του εξασφαλίσει το επιθυμητό κέρδος.

Δυστυχώς για εμάς, η φορολογία των θεαμάτων -για τους γνωστούς λόγους- έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, κάτι που σημαίνει μικρότερο περιθώριο κέρδους, άρα μεγαλύτερη πιθανότητα χασούρας για τη μεριά του διοργανωτή και που για να λέμε και του στραβού το δίκιο, αυτός είναι που παίρνει πάνω του το όποιο ρίσκο. Υπάρχουν, όμως, τρόποι προκειμένου να βελτιστοποιήσει το καθαρό κέρδος και οι πλέον αποτελεσματικοί είναι οι εξής δύο:

1. Μετακύλιση του επιπλέον κόστους στον πελάτη (πιο ακριβό εισιτήριο)

2. Περικοπή εξόδων (μείωση budget)

Επειδή το πρώτο δυνητικά μπορεί να μειώσει την προέλευση του κόσμου, κάτι που πρακτικά σημαίνει μειωμένα έσοδα, άρα κίνδυνο χασούρας, ο συνηθισμένος δρόμος είναι η περικοπή του budget. Όπως ανέφερε και ο Αλέξανδρος Κιτετζιάν, η πλέον εύκολη λύση είναι να φέρει την μπάντα με όσο το δυνατόν λιγότερο crue και να προσλάβει το φτηνότερο διαθέσιμο προσωπικό, με ό,τι (κακό) αυτό συνεπάγεται.

Εν κατακλείδι

Το θέμα του ήχου και γενικότερα μιας συναυλίας είναι σύνθετο και όπως εξηγήθηκε και αναλυτικά πιο πάνω, δεν είναι δυνατόν να λυθεί μονομερώς, αλλά θα πρέπει όλοι οι εμπλεκόμενοι να βάλουν νερό στο κρασί τους. Πρωτίστως οι μπάντες δεν θα πρέπει να κάνουν εκπτώσεις, βάζοντας σε κίνδυνο την απόδοσή τους και οι διοργανωτές να μη βάζουν το κέρδος πάνω από την ποιότητα του προϊόντος που πουλάνε. Σε συνεννόηση και με τους υπόλοιπους εμπλεκομένους θα πρέπει να βρεθεί η χρυσή τομή ώστε να βελτιωθεί η υπάρχουσα κατάσταση. Και για να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, αυτό είναι τα χρήματα που ο καθένας θέλει να βγάλει από μια συναυλία. Δεν λέω κάποιος να βάζει από την τσέπη του λεφτά για να φέρνει συγκροτήματα, αλλά αν δει πως δεν βγαίνει χωρίς να γίνουν περικοπές που πιθανόν θα οδηγήσουν σε χαμηλής ποιότητας αποτέλεσμα, καλό θα ήταν να αποφεύγει να κλείνει τέτοια ονόματα. Οι εξαιρέσεις υπάρχουν, αλλά όπως προείπαμε είναι απλά εξαιρέσεις και όχι ο κανόνας.

Σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες; Δεν νομίζω. Αν υπάρχει διάθεση για συνεννόηση όλα είναι εφικτά.

* Η γενικότερη εκτίμηση για το τι πήγε στραβά στους Fates Warning είναι πως ενώ όλα κύλησαν καλά στο soundcheck (υπάρχει άνθρωπος που παραβρέθηκε και το επιβεβαιώνει), για κάποιον ανεξήγητο λόγο, όταν το συγκρότημα ανέβηκε στη σκηνή δυνάμωσε τους ενισχυτές (το πρόβλημα εστιάζεται κυρίως στον Matheos). Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να καλύπτονται τα τύμπανα και η φωνή του Alder την οποία δυσκολευόμασταν να ακούσουμε στην αρχή. Ο ηχολήπτης που δεν είχε προφανώς δικαιοδοσία (και ίσως την ανάλογη εμπειρία) να πάει να μιλήσει στην μπάντα, στην προσπάθεια του να εξισορροπήσει τον ήχο, απλά τα δυνάμωσε όλα μπας και ακουστεί κάτι της προκοπής με αυτό να έχει το γνωστό πλέον αποτέλεσμα. Επειδή η βαβούρα προερχόταν κυρίως από το πατάρι, αυτοί που υπέφεραν περισσότερο ήταν όσοι βρίσκονταν στο κάτω μέρος του Gagarin (όσο πιο μπροστά τόσο το χειρότερο) και όχι στον εξώστη, γι’ αυτό και κάποιοι δεν αντιλήφθηκαν το μέγεθος της καταστροφής.

Υ.Γ.: Όπως δόθηκε βήμα στον ηχολήπτη Αλέξανδρο Κετετζιάν, έτσι είμαστε ανοιχτοί σε όποιον διοργανωτή θεωρεί πως θίγεται η προσπάθειά του και ευχαρίστως μπορεί να επικοινωνήσει μαζί μας εκφράζοντας τη γνώμη του. Ξαναλέω πως ο σκοπός μου είναι να γίνει κουβέντα και να οδηγηθούμε σε καλύτερες μέρες και όχι να βρούμε αποδιοπομπαίους τράγους.

Creative Commons License https://stayingalive.gr is licensed by spank e under a Creative Commons Attribution-Noncommercial-Share Alike 3.0 United States License.